Η τοποθέτηση του Βουλευτή ΠΕ Κοζάνης Στάθη Κωνσταντινίδη, για τη Συνταγματική Αναθεώρηση


Tags |

Στο πλαίσιο της κορυφαίας κοινοβουλευτικής διαδικασίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση τοποθετήθηκε και πάλι ο Βουλευτής ΠΕ Κοζάνης Στάθης Κωνσταντινίδης, εστιάζοντας στις προτάσεις για την τροποποίηση των άρθρων 47, 51 και 54, με στόχο τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου, την ενίσχυση της δημοκρατικής συμμετοχής και τη θωράκιση του πολιτικού συστήματος.

Στην αρχή της παρέμβασής του, ο κ. Κωνσταντινίδης ανέλυσε την πρόταση για πλήρη κατάργηση της αμνηστίας για πολιτικά εγκλήματα (άρθ. 47). Αφού έκανε μια ιστορική αναδρομή για τον θεσμό, επισήμανε ότι πλέον πρόκειται για ένα αναχρονιστικό κατάλοιπο που έχει περιπέσει σε αχρησία από το 1975.

Όπως εξήγησε, η διατήρησή του ενέχει τον κίνδυνο νομικών στρεβλώσεων, αφήνοντας παράθυρο για νομοθετικές καταστρατηγήσεις μέσω «κρυπτοαμνηστευτικών» νόμων.

 

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η κατάργησή του εναρμονίζεται πλήρως με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή αντίληψη για το κράτος δικαίου και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εξαλείφοντας ένα εργαλείο που δεν υπηρετεί πια κανέναν δημοκρατικό σκοπό.

 

Ακολούθως, περνώντας στο άρθρο 51, ο Βουλευτής αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα συνταγματικής κατοχύρωσης της διεύρυνσης της επιστολικής ψήφου και για τους εκλογείς εντός Επικρατείας. Επικαλούμενος τη σταθερά αυξανόμενη αποχή, η οποία έφτασε σχεδόν στο 47% στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, σημείωσε ότι οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες καθιστούν τη μεταρρύθμιση επιβεβλημένη. Υπενθύμισε τη μεγάλη επιτυχία της εφαρμογής του μέτρου στις Ευρωεκλογές του 2024, όπου οι ψηφοφόροι εντός Ελλάδας ήταν σχεδόν τετραπλάσιοι από τους αποδήμους, αλλά και την πρόσφατη επέκταση του μέτρου τον Μάρτιο του 2026.

Ο κ. Κωνσταντινίδης ξεκαθάρισε ότι η επιστολική ψήφος δεν αντικαθιστά, αλλά συμπληρώνει την αυτοπρόσωπη ψηφοφορία με πλήρη διαφάνεια, στηλιτεύοντας παράλληλα τις παλινωδίες της αντιπολίτευσης στις επανειλημμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης στο συγκεκριμένο ζήτημα.

 

Στη συνέχεια, ο κ. Κωνσταντινίδης εστίασε στο άρθρο 54 και στο εκλογικό σύστημα, εκφράζοντας τη συμφωνία του με την εισαγωγή των δύο θεμελιωδών αρχών στον καταστατικό χάρτη: της «εύλογης αναλογικότητας» και της «κυβερνησιμότητας».

Όπως σημείωσε, μια ώριμη δημοκρατία οφείλει να συνδυάζει τη δίκαιη εκπροσώπηση με τη δυνατότητα σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης. Παράλληλα, επισήμανε την ανάγκη διατήρησης της δικλείδας ασφαλείας, η οποία προβλέπει την υπερψήφιση της αλλαγής του εκλογικού νόμου από τα 2/3 της Βουλής, για την άμεση εφαρμογή του εκλογικού νόμου, προκειμένου να αποτρέπονται ευκαιριακές αλλαγές των κανόνων, ενώ προσέθεσε με έμφαση τη διάσταση της περιφερειακής εκπροσώπησης. Συνδέοντας το εκλογικό σύστημα με το οξύ δημογραφικό πρόβλημα, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τη συρρίκνωση και την πολιτική αποδυνάμωση της ελληνικής υπαίθρου. Ολοκληρώνοντας, κατέστησε σαφές ότι, εφόσον υπάρξει νέος σχεδιασμός στις εκλογικές περιφέρειες, αυτός οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη του αυτή την παράμετρο, ώστε η συνταγματική αλλαγή να μην επιταχύνει την πολιτική περιθωριοποίηση της επαρχίας, αλλά να προστατεύσει την ισχυρή εκπροσώπησή της.