Η κυβέρνηση, μπροστά στην κοινωνική δυσαρέσκεια και στις πολιτικές απώλειες, επιχειρεί με πλήθος εξαγγελιών και μπαράζ επισκέψεων, όπως η πρόσφατη παρουσία της Υφυπουργού Τουρισμού Άννας Καραμανλή στην Κοζάνη, να πείσει τους κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας ότι ενδιαφέρεται για την τύχη τους.
Πίσω όμως από τα επικοινωνιακά τερτίπια, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη. Το αυξημένο κόστος ζωής, το υψηλό ποσοστό ανεργίας, η εργασιακή επισφάλεια, η εγκατάλειψη της περιφέρειας, η δημογραφική συρρίκνωση και η φυγή των νέων, η αποτυχία της Δίκαιης Μετάβασης, συνεχίζουν να διαμορφώνουν την καθημερινότητα των πολιτών της.
Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τον τουρισμό ευκαιριακά και χωρίς ολοκληρωμένο περιφερειακό σχεδιασμό, αντί να τον αξιοποιεί ως εργαλείο μιας συνολικής και πραγματικής περιφερειακής ανασυγκρότησης. Αν και η δημιουργία ψηφιακής πλατφόρμας, τα προωθητικά βίντεο και οι διαδραστικοί χάρτες συμβάλλουν σημαντικά στην προβολή της περιοχής, εντούτοις δεν επαρκούν από μόνα τους για τη διασφάλιση της ανάπτυξης.
Χρειάζεται ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός που θα συνδέει, πραγματικά και όχι επικοινωνιακά, τον τουρισμό με την αγροτική παραγωγή και την κτηνοτροφία που σήμερα δίνουν μάχη για την επιβίωσή τους, με τη γαστρονομία, τον πολιτισμό, τα τοπικά προϊόντα και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της περιοχής, με στόχο ο πλούτος που παράγεται να μένει στον προορισμό και να μετατρέπεται σε εισόδημα, θέσεις εργασίας και καλύτερες συνθήκες ζωής για τους κατοίκους του.
Η Δυτική Μακεδονία χρειάζεται πόρους, δημόσιες υποδομές και πολιτικές για σταθερές θέσεις εργασίας, εισόδημα για τις τοπικές κοινωνίες, ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, δημογραφική ανάκαμψη και ποιότητα ζωής, και ένα νέο σχεδιασμό τουριστικής ανάπτυξης μέσω των εναλλακτικών μορφών τουρισμού, που θα υπηρετεί τις ανάγκες των ανθρώπων και των τοπικών κοινωνιών, και όχι μόνο της τουριστικής αγοράς. Και αυτό πρέπει να είναι το περιεχόμενο μιας σύγχρονης πολιτικής για τον τουρισμό.